ρουμπινές

ρουμπινές
ο водопроводный кран

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "ρουμπινές" в других словарях:

  • ρουμπινές — και ρομπινές, ο, Ν η στρόφιγγα, η κάνουλα βρύσης. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. robinet < μσν. robin «πρόβατο», λόγω τού ότι οι πρώτες κάνουλες είχαν συχνά τη μορφή κεφαλής προβάτου] …   Dictionary of Greek

  • ρουμπινές — ο (λ. γαλλ.), στρόφιγγα, κάνουλα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ρουμπινέτο — το, Ν [ρουμπινές] ο ρουμπινές …   Dictionary of Greek

  • ρομπινές — ο, Ν βλ. ρουμπινές …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»